Τελικά, να παντρευτεί κανείς ή να μην παντρευτεί;

Θα το πω, γιατί να το κρύψω: Δεν έχω σε μεγάλη εκτίμηση ούτε την ψυχανάλυση ούτε την ψυχιατρική. Από φόβο; Από δυσπιστία; Από την αποστροφή που θα αισθανόμουν για οποιονδήποτε άκουγε τα προβλήματά μου κοιτάζοντας το ρολόι; Δεν ξέρω.

Ώσπου μια ωραία βραδιά άκουσα τον Ματθαίο Γιωσαφάτ να μιλάει στην τηλεόραση, έναν πράο ηλικιωμένο κύριο με κάπως χοντρό πρόσωπο, που μου θύμιζε λίγο τη μακαρίτισσα τη γιαγιά μου, Θεός σχωρέστη. Ψυχίατρος. Αναφερόταν στις σχέσεις που αναπτύσσονται μέσα στην οικογένεια – και μιλούσε ήρεμα και γλυκά, βάζοντας και τον εαυτό του μέσα στα παραδείγματα που έδινε,αποφεύγοντας τον διδακτισμό, διαλέγοντας περισσότερο τον ρόλο του παρατηρητή.

Όταν λοιπόν μετά το επιτυχημένο βιβλίο του “Μεγαλώνοντας μέσα στην ελληνική οικογένεια” (δεν το διάβασα ποτέ) έμαθα πως θα κυκλοφορήσει κι ένα καινούργιο με ακόμα πιο τραβηχτικό τίτλο, είπα να κάτσω να το διαβάσω. Είναι το “Να παντρευτεί κανείς ή να μην παντρευτεί;” – το πρώτο βιβλίο ψυχολογίας που έφτασα ως το τέλος και μου άρεσε κιόλας. Πρόκειται για συμπίλημα ομιλιών που έκανε ο καθηγητής στο Μέγαρο Μουσικής και στο Ίδρυμα Θεοχαράκη – οπότε ο λόγος του είναι σαν προφορικός.

Σαφή απάντηση στο ερώτημα του τίτλου δεν δίνεται. Κυρίως ρητορική είναι η ερώτηση – και η απάντηση σύνθετη. Διαβάζοντας όμως, κάποια πράγματα μου άρεσαν τόσο που άρχισα να ταυπογραμμίζω, για να τα συγκρατήσω και να τα λέω κι εγώ. Ε και μιας και έχουμε σ’ αυτό το site μια στήλη που αφορά τις σχέσεις, κάθισα και τα έγραψα.

Ελπίζω να τα βρείτε ενδιαφέροντα. Όποιος θέλει το βιβλίο, το δανείζω.

Για τους ανθρώπους που ζητούν σεξ: «O σεξουαλικός έρωτας δεν είναι πάντα τόσο έντονος όσο νομίζουμε. Μέσα απ’ αυτόν καλύπτονται και άλλα πράγματα. Είναι λίγο δύσκολο για έναν άντρα να ζητήσει από τη γυναίκα του να γίνει και λίγο μαμά ή για τη γυναίκα να ζητήσει μόνο χάδια… Οπότε ο καθένας λέει, «θέλω σεξ». […] «Τι να πει; “Θέλω να ζήσω τη μητρική τρυφερότητα;” Δεν το κάνει, αλλά αυτό του λείπει».

Για την υποτιθέμενη αθωότητα των παιδιών: «Άμα μπορούσατε να ανοίξετε το μυαλό των παιδιών, θα βλέπατε ότι είναι γεμάτο φονικές επιθυμίες για τη μάνα τους. Οι ενήλικοι έχουν δυνατότητες να βρουν μιαν άλλη γυναίκα, άλλες ενασχολήσεις. Π.χ. ο άντρας δουλεύει και η γυναίκα έχει τα παιδιά. Μπορεί να μην ικανοποιείται από τον άντρα, αλλά έχει τα παιδιά και δίνεται εκεί. Έχει δηλαδή τριγωνοποιήσεις στη ζωή, όπως τις ονομάζουμε. Μπορεί να είναι ασχολίες, να είναι άλλα πρόσωπα, να είναι επιτυχίες επαγγελματικές. Το παιδάκι όμως δεν έχει καμία άλλη τέτοια δυνατότητα».

Για τους «έξω καρδιά» Έλληνες: «Σήμερα το ένα τρίτο περίπου των Ελλήνων παίρνουν αντικαταθλιπτικά και ηρεμιστικά χάπια κι ας είμαστε –υποτίθεται- ένας λαός «πέρα βρέχει» και «έξω καρδιά».

Για τη σημασία των παιδικών βιωμάτων: «Σ’ ένα σημαντικό βαθμό, αυτό που λέμε μοίρα («το ‘χει εμένα η μοίρα μου να διαλέγω τέτοιες γυναίκες», «το ‘χει η μοίρα μου να μου συμβαίνει αυτό»), δεν είναι παρά η αδυσώπητη επανάληψη του σεναρίου που είναι γραμμένο μέσα μας από την παιδική μας ηλικία και ασυνείδητα πιέζει να επαναληφθεί στις τωρινές μας σχέσεις. Στην ψυχοθεραπεία, προσπαθούμε συνεχώς να κάνουμε αυτό το σενάριο συνειδητό».

Περί ρομαντισμού: «Ο ρομαντικός άνθρωπος έχει πολλά έντονα αλλά όχι πραγματικά αισθήματα. Δηλαδή, θέλει ουσιαστικά να μπει μέσα στον άλλον, να ζήσει κάτι πολύ έντονο, όπως ήταν η σχέση με τη μητέρα, πολύ έντονη, κολλημένη. […] Ο ρομαντικός άνθρωπος έχει υψηλό βαθμό άγχους, ακριβώς γιατί έχει πάντα φόβο εγκατάλειψης. Χρησιμοποιεί πολλούς μηχανισμούς άμυνας – και συχνά έχει και προβλήματα σεξουαλικής δραστηριότητας – ακριβώς επειδή έχει δύο πράγματα μέσα του και του είναι πολύ δύσκολο και να αγαπάει και να έχει σεξουαλική αισθήματα για το πρόσωπο του συντρόφου του, γιατί συμβαίνει να αντιπροσωπεύει τον γονιό του, του αντίθετου φίλου. Γι’ αυτό συνήθως διχάζεται: ή αγαπάει κάπως ή έχει έντονη σεξουαλικότητα».

Για το αν βοήθησε η κρίση τα ελληνικά ζευγάρια ή το αντίθετο: «Η άποψή μου είναι ότι η οικονομική κρίση έχει επηρεάσει πραγματικά όλη την οικογένεια, αλλά ένα γάμο που είναι καλός τον στεριώνει πιο πολύ. Οι άνθρωποι πλησιάζουν περισσότερο, γιατί έχουν να αντιμετωπίσουν έναν κίνδυνο, το ίδιο και οι Έλληνες, που μόνο όταν έχουμε να αντιμετωπίσουμε έναν εξαιρετικό κίνδυνο, τότε ενωνόμαστε».

Τι είναι «έρωτας»: «Ο έρωτας είναι η προβολή των αναγκών μας σε άλλους ανθρώπους, που ελπίζουμε ότι θα τις ικανοποιήσουν. Αυτό λέμε έρωτα βασικά. Κι επειδή θέλουμε να τις ικανοποιήσουν, τον εξιδανικεύουμε τον άλλον και πιστεύουμε ότι είναι αυτός που θέλουμε. […] Κρατάει πολύ λίγο, δυστυχώς, αλλά είναι πολύ ωραίο, γι’ αυτό όλοι το ψάχνουμε. Είναι πάρα πολύ ωραίο να αισθάνεσαι ότι κάποιος σε θέλει και είναι έτοιμος να ικανοποιήσει τις ανάγκες σου, να σε αγαπάει, να σε αποδέχεται όπως είσαι. Αυτά δεν τα έχουμε στη ζωή κι έτσι ο έρωτας είναι η μόνη διέξοδος για να συμπληρώσουμε αυτά που δεν πήραμε απ’ τη μάνα μας ή απ’ τον πατέρα μας».

Mια εικόνα της οποίας όλοι έχουμε γίνει μάρτυρες: “Το πιο συνηθισμένο πράγμα στην Ελλάδα είναι η μάνα που αναγκάζει το παιδί της να φάει με το ζόρι. Αυτό δημιουργεί στο παιδί μια αίσθηση ότι δεν ξέρει τι του γίνεται, γιατί πιστεύει ότι η μαμά ξέρει τα πάντα. Απ’ την άλλη το σώμα του του λέει άλλα πράγματα”.

Για τις υπερβολικά δυναμικές γυναίκες: “Σε μερικές γυναίκες υπάρχει σαφέστατα ο φθόνος του πέους. Τα μικρά κοριτσάκια κοιτάνε, βλέπουν ότι τα αγοράκια έχουν κάτι που αυτά δεν έχουν. Πώς εκδηλώνεται; Γίνονται αγοροκόριτσα, Θάτσερ, δύσκολες γυναίκες… Πάρα πολλές πετυχημένες γυναίκες είναι έτσι, γιατί έχουν φθόνο του πέους, θέλουν να γίνουν σαν τους άντρες και παραπάνω”.

Για τις ανάγκες μας: Οι ανάγκες μας δεν είναι πάντα αυτές που νομίζουμε εμείς. Ούτε οι ανάγκες του άλλου είναι αυτές που νομίζουμε εμείς. Αυτό βλέπω σε κάθε γάμο.

παντρευτεί

Το βιβλίο “Να παντρευτεί κανείς ή να μην παντρευτεί” κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αρμός.